Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι τιμές των λιπασμάτων έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 70% από το 2024, λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και της εφαρμογής του ευρωπαϊκού φόρου άνθρακα στα σύνορα (CBAM).
Σε απάντηση, η Επιτροπή παρουσίασε στις 19 Μαΐου ένα σχέδιο δράσης με μακροπρόθεσμα μέτρα για τη μείωση της διαρθρωτικής εξάρτησης της ΕΕ από τις εισαγωγές λιπασμάτων και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων. Μαζί με τις κρατικές ενισχύσεις, η ενεργοποίηση του αποθεματικού κρίσης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο για τον περιορισμό των επιπτώσεων των υψηλότερων τιμών στους αγρότες.
Ξεφυλλίστε σε υψηλή ανάλυση την εβδομαδιαία Agrenda
Ο Κριστόφ Χάνσεν δήλωσε στο Euractiv ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προτείνει στην αρμόδια δημοσιονομική αρχή επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 300 εκατ. ευρώ, πέραν των 200 εκατ. ευρώ που παραμένουν διαθέσιμα στο αποθεματικό κρίσης, ώστε να βοηθηθούν οι Ευρωπαίοι αγρότες να αντιμετωπίσουν την αύξηση του κόστους των λιπασμάτων και του πετρελαίου κίνησης.
«Θα φτάσουμε έτσι τα 500 εκατ. ευρώ, τα οποία θα μπορούσαν στη συνέχεια να ενισχυθούν σε εθνικό επίπεδο κατά 200%, ώστε να φτάσουμε ιδανικά το 1,5 δισ. ευρώ», πρόσθεσε.
Η Επιτροπή αναμένεται επίσης να παρουσιάσει την Παρασκευή 12 Ιουνίου ένα πακέτο μέτρων για την ΚΑΠ, το οποίο θα περιλαμβάνει νέο μηχανισμό ρευστότητας και μεγαλύτερη ευελιξία για τα κράτη μέλη όσον αφορά την καταβολή προκαταβολών στους αγρότες.
Και οι δύο νομοθετικές προτάσεις πρέπει ακόμη να εγκριθούν από τους συννομοθέτες της ΕΕ.
Ποιος θα πληρώσει για τη μετάβαση;
Σχετικά με το πώς η ΕΕ θα πρέπει να διαχειριστεί το κόστος της μετάβασης σε πιο «πράσινα» και εγχώρια παραγόμενα λιπάσματα, ο Χάνσεν δήλωσε ότι «θα χρειαστούν κίνητρα» για να υποστηριχθεί η μετάβαση.
Αναφέρθηκε στην επικείμενη αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (ETS) και στην πιθανότητα πιο αργής κατάργησης των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για τη βιομηχανία λιπασμάτων. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να συνδεθεί με υποχρεώσεις ανάμειξης συμβατικών και πιο φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων, ώστε οι αγρότες να γίνουν «μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου».
Όταν ρωτήθηκε για την πιθανή αύξηση του κόστους των τροφίμων που συνδέεται με αυτή τη μετάβαση, απάντησε ότι ανησυχεί «λιγότερο για τις τιμές προς τους καταναλωτές» και περισσότερο για «τη βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων».
«Οι αγρότες δυσκολεύονται να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος τους στους καταναλωτές ή στους μεταποιητές», δήλωσε, αναφέροντας ως παράδειγμα τους παραγωγούς σιτηρών που εξετάζουν το ενδεχόμενο να περιορίσουν την παραγωγή τους λόγω του υψηλού κόστους εισροών.
Προώθηση τροφίμων παραγωγής ΕΕ
Ο Χάνσεν εξετάζει επίσης πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της παρουσίας των ευρωπαϊκών τροφίμων στις δημόσιες καντίνες και στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Η Επιτροπή προετοιμάζει αναθεώρηση των κανόνων δημοσίων προμηθειών την 1η Ιουλίου, με στόχο την εισαγωγή κριτηρίων «Παράγεται στην Ευρώπη» για στρατηγικούς τομείς.
Ο Χάνσεν επιβεβαίωσε ότι στα νέα κριτήρια θα περιλαμβάνονται και απαιτήσεις που αφορούν τα τρόφιμα.
Αναφερόμενος στα περίπου τρία δισεκατομμύρια δημόσια γεύματα που παρέχονται κάθε χρόνο στην ΕΕ, τόνισε ότι υπάρχει «τεράστια δυνατότητα αξιοποίησης» για την προώθηση «τοπικών», «εποχικών» και «βιώσιμων» προϊόντων, όπως τα βιολογικά τρόφιμα.
Ωστόσο, η ακριβής μορφή της αναθεώρησης των κανόνων δημοσίων προμηθειών της ΕΕ δεν έχει ακόμη αποφασιστεί. «Ένας κανονισμός θα διασφάλιζε μια προσέγγιση ενιαίας αγοράς... αλλά, όπως γνωρίζετε, τα κράτη μέλη είναι συνήθως αρκετά επιφυλακτικά απέναντι σε αυτό», σημείωσε.
Παράλληλα, ο Χάνσεν επιθυμεί αυστηρότερους κανόνες σχετικά με την αναγραφή της προέλευσης των προϊόντων κρέατος, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα βοηθήσει τους καταναλωτές να εντοπίζουν ευκολότερα εισαγόμενα συστατικά σε επεξεργασμένα τρόφιμα, όπως οι κοτομπουκιές.
Παρότι η Επιτροπή διαθέτει πλέον τη νομική εξουσία να επιβάλει πρόσθετες υποχρεώσεις στον τομέα του κρέατος πουλερικών, ο ίδιος δήλωσε ότι οποιεσδήποτε σχετικές προτάσεις θα πρέπει να περιμένουν μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαβουλεύσεις με τον κλάδο.
«Πρέπει να αναζητήσουμε αναλογικές λύσεις», ανέφερε, επιμένοντας ότι η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στις ευρωπαϊκές ετικέτες και όχι στις εθνικές, σύμφωνα με τη λογική της «ενιαίας αγοράς».
Πηγή: euractiv