Ωστόσο, οι προοπτικές αυτές παραμένουν ευάλωτες στη μεταβλητότητα των αγορών που προκαλείται από κρίσεις και συγκρούσεις. Η έκθεση εκτιμά ότι, εάν η συχνότητα των διαταραχών που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια συνεχιστεί, υπάρχει πιθανότητα 25% το γεωργικό εισόδημα το 2035 να είναι χαμηλότερο από τα σημερινά επίπεδα. Σημαντικοί είναι και οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι, καθώς οι πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και η επακόλουθη μείωση της χρήσης λιπασμάτων αναμένεται να επηρεάσουν τη γεωργική παραγωγή το 2027. Ενώ οι χώρες υψηλού εισοδήματος είναι πιθανό να μπορέσουν να απορροφήσουν αυτούς τους κραδασμούς, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν επιδείνωση της επισιτιστικής τους ασφάλειας.
Δείτε εδώ αναλυτικά την έκθεση FAO και OECD
Η έκθεση OECD-FAO Agricultural Outlook 2026–2035 αποτελεί τη βασική παγκόσμια αναφορά για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές των αγορών γεωργίας και αλιείας σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Υπό συνθήκες σταθερότητας, η παγκόσμια γεωργική και αλιευτική παραγωγή προβλέπεται να αυξηθεί κατά 13% την επόμενη δεκαετία, κυρίως χάρη στη βελτίωση της παραγωγικότητας και στην εντατικοποίηση της παραγωγής, με την ανάπτυξη να συγκεντρώνεται κυρίως στην Ασία, την Υποσαχάρια Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Ξεφυλλίστε σε υψηλή ανάλυση την εβδομαδιαία Agrenda
Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει επίσης τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις ακόμη και προσωρινών δυσμενών διαταραχών. Εάν η μέση αύξηση κατά 33% των τιμών της ενέργειας που καταγράφηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνεχιστεί και στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών θα μειωθεί κατά 0,9% το 2027, ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος η μείωση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη, φθάνοντας το 1,7%. Οι αντίστοιχες απώλειες εισοδήματος και η άνοδος των τιμών των τροφίμων θα αναγκάσουν επίσης τα νοικοκυριά των χωρών χαμηλού εισοδήματος να περιορίσουν την κατανάλωση τροφίμων και να στραφούν σε φθηνότερα είδη διατροφής.
«Τα αγροδιατροφικά μας συστήματα βρίσκονται υπό πίεση και οι αγρότες μας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στο αυξανόμενο κόστος της ενέργειας και των λιπασμάτων», δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann. «Η ανθεκτικότητά τους αποτελεί τη βάση της επισιτιστικής μας ασφάλειας. Η προστασία της προϋποθέτει καλύτερη στήριξη για την αντιμετώπιση των διαταραχών, διαρκείς επενδύσεις στην παραγωγικότητα και ανοικτές, εύρυθμα λειτουργούσες παγκόσμιες αγορές.»
«Για να διατηρήσουμε την αύξηση της παραγωγικότητας στα αγροδιατροφικά συστήματα, πρέπει να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητά τους. Η ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο την επιβίωση από την τελευταία κρίση· αφορά την προετοιμασία για την επόμενη», δήλωσε ο Γενικός Διευθυντής του FAO, Qu Dongyu. «Επενδύοντας σήμερα σε διαφοροποιημένους εμπορικούς διαδρόμους, σε
περιφερειακά αποθέματα κρίσιμων γεωργικών εισροών, σε ανθεκτικές υποδομές και σε ένα περισσότερο διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα στα αγροδιατροφικά συστήματα, που θα μειώνει την εξάρτηση από το πετρέλαιο, μπορούμε να μετατρέψουμε την ευαλωτότητα σε ετοιμότητα και να διασφαλίσουμε ότι οι προσωρινές διαταραχές δεν θα εξελιχθούν σε κρίσεις επισιτιστικής ασφάλειας.»
Υπό συνθήκες σταθερότητας, όπου τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας αναμένεται να αποτελέσουν τον κύριο μοχλό της παραγωγικής ανάπτυξης, θα εξακολουθήσει να απαιτείται κάποια επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και του ζωικού κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα, οι άμεσες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη γεωργία προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,5% την επόμενη δεκαετία. Η κτηνοτροφία αναμένεται να ευθύνεται για περίπου το 77% αυτής της αύξησης, λόγω της διεύρυνσης των ζωικών πληθυσμών, ενώ τα συνθετικά λιπάσματα εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στο υπόλοιπο 23%, μέσω της αύξησης των εκπομπών υποξειδίου του αζώτου έως το 2035.
Οι προβλεπόμενες βελτιώσεις στην παραγωγικότητα αναμένεται να ασκήσουν καθοδική πίεση στις πραγματικές τιμές των γεωργικών προϊόντων. Αν και αυτό ενδέχεται να ωφελήσει τους καταναλωτές, μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές προκλήσεις για τους μικρούς παραγωγούς, οι οποίοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στη μεταβλητότητα των αγορών και συχνά διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα υιοθέτησης των τεχνολογιών που απαιτούνται για την αύξηση της παραγωγικότητας. Για τον λόγο αυτό, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να στηρίξουν την αύξηση της παραγωγικότητας, βελτιώνοντας παράλληλα την πρόσβαση των αγροτών στις αγορές και εφαρμόζοντας προγράμματα στήριξης προσαρμοσμένα στις τοπικές ανάγκες.
Οι καταναλωτές στις χώρες χαμηλού μεσαίου εισοδήματος αναμένεται να διαφοροποιήσουν περαιτέρω τη διατροφή τους, κυρίως μέσω της αυξημένης κατανάλωσης ζωικών προϊόντων καθώς βελτιώνεται το βιοτικό τους επίπεδο. Αντίθετα, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος, ιδιαίτερα στην Υποσαχάρια Αφρική, προβλέπεται να συνεχίσουν να υστερούν έναντι άλλων περιοχών ως προς την επισιτιστική ασφάλεια και τη διατροφική επάρκεια. Την ίδια στιγμή, η υπερκατανάλωση τροφίμων αναμένεται να εξακολουθήσει να αποτελεί χαρακτηριστικό των πλουσιότερων χωρών. Η Νοτιοανατολική Ασία προβλέπεται να αντιπροσωπεύει το 39% της παγκόσμιας αύξησης της κατανάλωσης έως το 2035, λόγω της πληθυσμιακής αύξησης και της ανόδου της κατά κεφαλήν ζήτησης.
Η πολυμερής συνεργασία και το διεθνές εμπόριο γεωργικών προϊόντων που βασίζεται σε κοινούς κανόνες παραμένουν καθοριστικής σημασίας για την ενίσχυση της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας, την υποστήριξη πιο ποικίλων και υγιεινών διατροφικών προτύπων και τη συμβολή στη σταθεροποίηση των γεωργικών εισοδημάτων.
Κύρια συμπεράσματα
Η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών προβλέπεται να αυξάνεται σταθερά, φθάνοντας σε ιστορικό υψηλό 3,22 δισεκατομμυρίων τόνων έως το 2035. Η αύξηση αυτή θα προέλθει κυρίως από τη βελτίωση των αποδόσεων των καλλιεργειών, οι οποίες αναμένεται να αυξάνονται κατά 0,9% ετησίως, ενώ η έκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων με δημητριακά προβλέπεται να διευρύνεται μόλις κατά 0,1% ετησίως, δηλαδή με ρυθμό μικρότερο από το μισό εκείνου που καταγράφηκε την προηγούμενη δεκαετία.
Έως το 2035, το 40% της παγκόσμιας παραγωγής δημητριακών προβλέπεται να προορίζεται για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση, ενώ το 34% θα χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή. Η χρήση για διατροφή θα συνεχίσει να κυριαρχεί στην κατανάλωση σιταριού και ρυζιού, ενώ ο αραβόσιτος θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται κυρίως ως ζωοτροφή.
Η παγκόσμια ζήτηση για βιοκαύσιμα προβλέπεται να αυξάνεται κατά 1,4% ετησίως την επόμενη δεκαετία, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης τη Βραζιλία, την Ινδία και την Ινδονησία. Αντίθετα, στις περισσότερες χώρες υψηλού εισοδήματος η αύξηση της ζήτησης αναμένεται να επιβραδυνθεί, καθώς εξασθενούν τα πολιτικά κίνητρα στήριξης και επιταχύνεται η υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων.
Η Υποσαχάρια Αφρική θα αντιπροσωπεύει ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής κατά την επόμενη δεκαετία, συμβάλλοντας περίπου στο 16% της πρόσθετης παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής (σε όρους αξίας) έως το 2035, έναντι 11% την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της περιοχής θα παραμείνει ευάλωτο στην επισιτιστική ανασφάλεια και στις εξωτερικές διαταραχές. Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προβλέπεται να συμβάλει στο 58% της πρόσθετης παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής έως το 2035, με την Ινδία να αντιπροσωπεύει μόνη της το 26% της συνολικής αύξησης. Η ανάπτυξη αυτή θα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη ραγδαία αύξηση του γαλακτοπαραγωγικού ζωικού κεφαλαίου και στη βελτίωση των αποδόσεων στην παραγωγή γάλακτος.
Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, η αύξηση της κατανάλωσης κρέατος προβλέπεται να επιβραδυνθεί αισθητά, καθώς οι καταναλωτές στρέφονται ολοένα περισσότερο από το βόειο κρέας προς τα πουλερικά, εξαιτίας των υψηλών τιμών, των ανησυχιών για την υγεία και των περιβαλλοντικών πιέσεων.
Η παγκόσμια παραγωγή από αλιεία και υδατοκαλλιέργεια προβλέπεται να αυξηθεί κατά 11% έως το 2035, με τις υδατοκαλλιέργειες να συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης, αντιπροσωπεύοντας το 56% της συνολικής παραγωγής, έναντι 53% σήμερα. Η Ασία αναμένεται να διατηρήσει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο τόσο στη ζήτηση όσο και στην προσφορά προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και η επέκταση της παραγωγής στην Κίνα, τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα υδατοκαλλιεργειών στον κόσμο, προβλέπεται να επιβραδυνθεί.
