Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Χοιροτροφία

Βιοαέριο και νέα σχήματα μετεξελίσσουν τον κλάδο της εγχώριας χοιροτροφίας

Μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους Έλληνες χοιροτρόφους να εκµεταλλευτούν τη µεγάλη µείωση του ζωικού κεφαλαίου διεθνώς λόγω αφρικανικής πανώλης, ήταν η φετινή χρονιά. Ωστόσο, ο «µαύρος κύκνος» του κορωνοϊού και το κλείσιµο της εστίασης ανέκοψε τις επενδυτικές βλέψεις για αύξηση των χοιροµητέρων, οδηγώντας κάποιους στην ασφάλεια του βιοαερίου. Πάντως, όσοι έχουν µείνει στο επάγγελµα παρακολουθούν τις τεχνολογικές εξελίξεις όσον αφορά την υγιεινή και τα σιτηρέσια για αυξηµένες αποδόσεις.

23-34_2

Γιώργος Κοντονής

667
0

Φέτος θα µπορούσε να είναι η καλύτερη χρονιά της 30ετίας για τη χοιροτροφία, συνηγορούν οι επαγγελµατίες του κλάδου που είδαν πέρσι την αφρικανική πανώλη να «θερίζει» τα ξένα κοπάδια. Το γεγονός αυτό, µαζί µε το ότι η αυτάρκεια της χώρας µας σε εγχώριο χοιρινό κρέας φτάνει µόλις στο 23%, οδήγησε µάλιστα πολλούς χοιροτρόφους να αυξήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο αναµένοντας να επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις. Το απότοµο φρένο του κορωνοϊού ωστόσο στην εστίαση, διέλυσε τις προσδοκίες όσο η κατ’οίκον κατανάλωση δεν «δουλεύει» και άλλα µέρη του χοιρινού όπως µπούτι και σπάλα. Λόγω της πανώλης η τιµή του χοιρινού είχε φτάσει στα επίπεδα 1,70-1,80 ευρώ το κιλό, ωστόσο σήµερα, µε την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά οι τιµές έχουν πέσει στο 1,00-1,10.

Διαβάστε εδώ αναλυτικά το σχετικό φάκελο της Agrenda  «Χοιροτροφία»  που κυκλοφορεί το Σάββατο 23 Μαΐου.

Γενικότερα, ο κλάδος χαρακτηρίζεται από µία έντονη µεταβολή στις τιµές, σε αντίθεση για παράδειγµα µε το µοσχαρίσιο κρέας που παίζει συνήθως σε ένα σταθερό εύρος. Αυτή την αστάθεια στις τιµές, ορισµένοι χοιροτρόφοι κοιτάνε να την αντισταθµίσουν πλέον µε µονάδες βιοαερίου, που επίσης έχουν υψηλό κόστος επένδυσης (ενδεικτικά 2,2 εκατ. ευρώ για 0,5 MW). «Το εµπόριο είναι δύσκολο, µε το βιοαέριο όµως έχεις να κάνεις µόνο µε τη ∆Ε∆ΗΕ και έχεις µία ασφάλεια», σχολιάζει στην Agrenda ο Κώστας Βαµβακάς ο πρόεδρος της χοιροτροφικής µονάδας «Η Χαλκιδική ΑΕ» που ο ίδιος έχει κάνει µονάδα βιοαερίου και σκέφτεται µάλιστα να την επεκτείνει. «Προτιµώ να επεκτείνω το βιοαέριο παρά τη µονάδα µου αυτή τη στιγµή», τονίζει χαρακτηριστηκά. Κατά την άποψη του κ. Βαµβακά πάντως, όποιος χοιροτρόφος συνεχίζει να πουλά µε ζών βάρος (όπως κάνει περίπου το 80% του κλάδου) σε λίγα χρόνια θα σβήσει, καθώς η αγορά πηγαίνει πλέον στο τυποποιηµένο κρέας ενώ ολοένα και περισσότεροι πελάτες ζητούν τεµαχισµένα κοµµάτια. «Πριν από 15-20 χρόνια οι έµποροι ήταν µετρηµένοι. Τώρα είναι πολλοί και αφήνουν και φέσια», τόνισε. Σε γενικές βάσεις ο κλάδος µετράει περί τις 500 οργανωµένες µονάδες και υπολογίζεται πως τα τελευταία χρόνια έχουν φύγει από το επάγγελµα 15-20% των χοιροτρόφων. Όσον αφορά το κόστος πρώτης εγκατάστασης για έναν χοιροτρόφο, αυτό υπολογίζεται στα 6.000 ευρώ ανά χοιροµητέρα, δηλαδή για 100 µάνες που θεωρείται µία στοιχειώδη µονάδα, θα πρέπει ο κτηνοτρόφος να επενδύσει 600.000 ευρώ, και τον πρώτο χρόνο να µετράει µόνο κόστη, µέχρι να «φτιάξει» τα ζώα του για το εµπόριο.

Μιλώντας στην Agrenda, ο πρόεδρος της Νέας Οµοσπονδίας Χοιροτροφικών συλλόγων Ελλάδος, Γιάννης Μπούρας, στάθηκε στο φετινό πλήγµα που υπέστει ο κλάδος λόγω του κορωνοϊού. Σύµφωνα µε τα στοιχεία του ΕΛΓΟ οι σφαγές κατά το δίµηνο Μαρτίου-Απριλίου ήταν 20.000 λιγότερες. «Και λιγότερες οι σφαγές και αυξηµένο το ζωικό κεφάλαιο, καθώς πέρσι αναµέναµε η φετινή χρονιά να είναι η καλύτερη και έτσι «στριµώξαµε» τα κοπάδια µας, αυξάνοντάς τα 5-10%», τόνισε ο κ. Μπούρας. Καθώς το επάγγελµα του χοιροτρόφου είναι εντάσεως κεφαλαίου µε υψηλές απαιτήσεις επένδυσης, «µία κακή χρονιά µπορεί να σε σβήσει τελείως», σηµειώνει, ζητώντας από το υπουργείο να µεριµνήσει για αποζηµιώσεις στον κλάδο. Σύµφωνα µε τον κ. Μπούρα, αυτό το διάστηµα πάντως έχουν ξεκινήσει συζητήσεις µεταξύ χοιροτρόφων να ξεκινήσουν να οργανώνονται σε σχήµατα τα οποία θα µπορέσουν να προχωρήσουν πιο εύκολα στην τυποποίηση.

Παραμένουν χωρίς ποιοτική κατάταξη τα σφαγία

Η απουσία ενός ενιαίου συστήµατος ποιοτικής κατάταξης των παραγόµενων σφάγιων αδικεί τους χοιροτρόφους, που, όπως, φαίνεται παράγουν ποιοτικό, ασφαλές και άπαχο χοίρειο κρέας. Παρά τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν υπάρχει ένα κεντρικό σύστηµα «αγοράς» και καθορισµού τιµών, µε συνέπεια οι χοιροτρόφοι να αµείβονται ακόµα ανάλογα µε το βάρος του σφαγίου ή ακόµα χειρότερα µε βάση το ζωντανό βάρος των ζώων, όπως υποστηρίζει η κτηνίατρος της ∆ΑΟΚ Πέλλας και υποψήφια διδάκτωρ στο ΑΠΘ, Βίκυ Σχοινά. Συνεπώς, δεν υπάρχει µέτρο σύγκρισης της ποιότητας του χοίρειου κρέατος µε τα εισαγόµενα, αν και η ποιότητα των ελληνικών σφαγίων συνεχώς βελτιώνεται και θα µπορούσαν να ήταν ανταγωνιστικά. Αυτό επιβεβαιώνει η µελέτη της κας Σχοινά σύµφωνα µε την οποία το ελληνικό χοίρειο κρέας κατατάχθηκε σε µεγάλο ποσοστό (87%) στις δύο ανώτερες κατηγορίες (S και E) µε βάση την κλίµακα SEUROP. Επιπλέον, τα θηλυκά σφάγια και τα σφάγια βάρους 60-70 κιλά απέδωσαν την καλύτερη ποιότητα, αποδεικνύοντας ότι το φύλλο είναι άρρηκτα συνδεδεµένο µε την εναπόθεση λιπώδους ιστού, υποβαθµίζοντας τη ποιότητά του.

Σηµειώνεται εδώ, πως µέχρι τη δεκαετία του ‘90 τα προγράµµατα αναπαραγωγής χοίρων ήταν αφιερωµένα κυρίως στη βελτίωση του ρυθµού ανάπτυξης, τη µετατρεψιµότητα του σιτηρεσίου και την απόδοση σε σφάγιο. Μάλιστα, η ποιότητα του κρέατος δε λαµβανόταν ως κριτήριο των βελτιωτικών προγραµµάτων.

Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια οι χοιροτρόφοι στρέφονται στην εκτροφή χοίρων µε χαµηλό λίπος, ενώ επίσης, εφαρµόζουν ορθή ζωοτεχνική διαχείριση των κτηνοτροφικών µονάδων, µε αποτέλεσµα να επιτυγχάνεται ποιοτικό και ασφαλές προϊόν. Στην Ελλάδα µε αρκετά χρόνια καθυστέρηση το ΥΠΑΑΤ εξέδωσε υπουργική απόφαση υποχρεώνοντας τα σφαγεία της χώρας να ταξινοµούν το σφάγιο χοίρων µε βάση την κοινοτική κλίµακα ταξινόµησης. Ωστόσο, επειδή στην Ελλάδα έχει επιτραπεί η χρήση των δύο οργάνων που έχουν διαφορετική µεθοδολογία και αφορούν και τον µαδητό τύπο και τον γδαρτό, καθίσταται αδύνατη η ποιοτική κατάταξη τους.

Λείπει η γενετική βελτίωση

Η δοµή της χοιροτροφίας στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως στις καθετοποιηµένες εκτροφές, µε ιδιοπαραγόµενα φυράµατα, όπου οι χοίροι αξιοποιούνται σε βάρη από 90-115 κιλά, χωρίς να εφαρµόζονται στην πράξη συστήµατα ποιοτικής κατάταξης των παραγόµενων σφάγιων. Τα τελευταία χρόνια αυτό που παρατηρείται στη χοιροτροφία διεθνώς είναι η θεαµατική αύξηση των παραγόµενων χοιριδίων ανά χοιροµητέρα που σε περιπτώσεις φτάνει και το 30% τα τελευταία χρόνια. Όσες επιχειρήσεις έχουν ακολουθήσει αυτή την εξέλιξη, αρκετές και στην Ελλάδα, είναι αυτονόητο ότι έχουν πλεονέκτηµα ανταγωνιστικότητας έναντι των υπολοίπων. Όσον αφορά τα προβλήµατα της ελληνικής χοιροτροφίας, αυτά συνοψίζονται από µελέτη της Γενικής Γραµµατείας Έρευνας και Τεχνολογίας µε συντονιστή τον καθηγητή ΑΠΘ, Γιώργο Αρσένο:

  • Ανυπαρξία κέντρου γενετικής αξιολόγησης κάπρων.
  • Όλες οι βασικές τεχνολογικές υποδοµές εισάγονται (θέσεις τοκετού, συστήµατα διανοµής και εγκαταστάσεων της τροφής, δάπεδα, ταΐστρες, µηχανήµατα παραγωγής ζωοτροφών και τεχνικών µιγµάτων, συστήµατα εξαερισµών.
  • Σχεδόν όλες οι βασικές πρωτεϊνούχες πρώτες ύλες τα προµίγµατα βιταµινών-ιχνοστοιχείων, τα ειδικά προσθετικά, άνω του 50% των δηµητριακών καρπών που χρησιµοποιούνται στη διατροφή των χοίρων και τέλος σχεδόν όλα τα φαρµακευτικά σκευάσµατα εισάγονται.
  • Ο αριθµός των παραγόµενων χοιριδίων ανά χοιροµητέρα στην πλειονότητατων εκτροφών υπολείπεται σηµαντικά από τον ευρωπαϊκό µέσο όρο (ίδιας γενετικής αξίας αναπαραγωγικό υλικό).
  • Απουσία ενιαίου συστήµατος ποιοτικής κατάταξης των παραγόµενων σφάγιωνκαι διάκρισης της ποιότητας του κρέατος.
  • Έλλειψη κεντρικού συστήµατος «αγοράς» και καθορισµού τιµών, καθώς και µεθόδων αναγνώρισης του εγχώριου από το εισαγόµενο χοιρινό κρέας.

Ο ελληνικός μαύρος χοίρος στα χνάρια του Jamon Iberico

Μετρώντας περίπου 40 εκτροφές στη χώρα µας και 3.000 ζώα, ο Ελληνικός Μαύρος Χοίρος είναι µία εκτροφή που ακολουθεί τον δικό της δυναµικό δρόµο, συνυφασµένο µε τα γκουρµέ εστιατόρια και τα special αλλαντικά τα οποία έδιναν στον παραγωγό 10-12 ευρώ το κιλό σε νορµάλ περιόδους. Σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι αξιοποιούνται για την εκτροφή τους βοσκοτόπια (προ αφρικανικής πανώλης η οποία ανάγκασε σε σταβλισµό) και το πριµ των Σπάνιων Φυλών των 215 ευρώ, έχουν στηθεί µικρές αλλά δυναµικές µονάδες. Μιλώντας στην Agrenda, ο πρωτεργάτης του καθαρόαιµου µαύρου χοίρου, ∆ηµήτρης ∆ήµου, τόνισε πως θα µπορούσε από την εκτροφή αυτή να παραχθεί το δικό µας «Jamon Iberico» που µοσχοπουλάνε οι Ισπανοί. Αρκεί εδώ να τονιστεί ότι οι 13.000 τόνοι προϊόντος έφεραν έναν τζίρο 4 δις ευρώ σε λιανικές πωλήσεις, µόνο στην Ισπανία. «Άλλωστε οι Ηρώδιοι ήταν αυτοί που πήγαν τον µαύρο χοίρο στην Ισπανία το 900 π.Χ», τόνισε µε νόηµα ο κ. ∆ήµου. Κατά τον ίδιο, µέχρι σήµερα η ελληνική κτηνοτροφία δεν έχει εκµεταλλευτεί τους πλούσιους βοσκοτόπους της χώρας για διάφορους λόγους γραφειοκρατικούς και µη, κάτι που έχει αυξήσει κατακόρυφα το κόστος και την εξάρτηση από ξένες ζωοτροφές στον χοιροτροφικό κλάδο. Επιπλέον το κρέας του µαύρου χοίρου, έχει βρεθεί πως περιέχει πρωτεΐνες µε αντιοξειδωτικές ιδιότητες, κάτι που του δίνει επιπλέον υπεραξία, όπως είχε ανακοινώσει πέρσι, ο καθηγητής Βιοχηµείας του Πανεπιστηµίου Θεσσαλίας, ∆ηµήτριος Κουρέτας. Όπως είναι φυσικό, όπως και ο υπόλοιπος κλάδος της χοιροτροφίας, έτσι και οι εκµεταλλεύσεις µαύρου χοίρου έχουν πληγεί έντονα από τον κορωνοϊό. «Από την 1η Μαρτίου, δεν έχω κόψει ούτε ένα τιµολόγιο. Και τώρα που θα ανοίξει ξανά η εστίαση, δεν πιστεύω να γίνουν πολλά πράγµατα», σηµειώνει ο κ. ∆ήµου.













Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία