BACK TO
TOP
Οικονομία και Πολιτική

Προς αύξηση επιτοκίων λόγω ενεργειακής κρίσης συγκλίνει η ΕΚΤ

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις των τελευταίων ετών, καθώς η νέα ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη

7ba50cc60f86025aed4e27c6ae5354b2296f553e4243ede79c3d6d6f58224697

14
0

Με τον πληθωρισμό να κινείται ξανά πάνω από τον στόχο του 2% και τις αγορές να προεξοφλούν αυξήσεις επιτοκίων, η ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας της και στον κίνδυνο να επιβαρύνει μια οικονομία που ήδη εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Δεν είναι λίγοι οι οικονομολόγοι που προειδοποιούν ότι μια βιαστική κίνηση θα μπορούσε να θυμίσει το αμφιλεγόμενο λάθος του 2011, όταν οι αυξήσεις επιτοκίων προηγήθηκαν μιας νέας φάσης οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη.

Μετά από μια περίοδο αναμονής από την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης με το Ιράν, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ φαίνεται να συγκλίνουν στην άποψη ότι απαιτείται αύξηση των επιτοκίων ώστε να αποτραπεί η μετατροπή της ενεργειακής κρίσης σε γενικευμένο πληθωριστικό κύμα. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι για μεγαλύτερη προσοχή, καθώς η οικονομία της Ευρωζώνης παρουσιάζει ήδη σημάδια αδυναμίας και οι αγορές θα μπορούσαν να εκλάβουν οποιαδήποτε κίνηση ως την αρχή ενός νέου κύκλου αυξήσεων.

Φόβοι για επανάληψη του 2011

Η συζήτηση έχει αναζωπυρώσει μνήμες από το 2011, όταν η ΕΚΤ υπό την ηγεσία του Ζαν-Κλοντ Τρισέ ανέβασε δύο φορές τα επιτόκια εξαιτίας των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας και των εμπορευμάτων. Οι αποφάσεις εκείνες αργότερα θεωρήθηκαν λανθασμένες, καθώς η ευρωπαϊκή κρίση χρέους επιδεινώθηκε και ο διάδοχός του, Μάριο Ντράγκι, αναγκάστηκε να αντιστρέψει την πολιτική.

Ο οικονομολόγος της TS Lombard, Ντάβιντε Ονελία, θεωρεί ότι η ΕΚΤ εμφανίζεται υπερβολικά προσηλωμένη στην ανάγκη να αποδείξει την αξιοπιστία της.

Όπως επισημαίνει, οι αυξήσεις του 2011 αποτέλεσαν ξεκάθαρο λάθος πολιτικής και η επανάληψη ενός αντίστοιχου σφάλματος συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους κινδύνους σήμερα, καθώς η ΕΚΤ παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στις πληθωριστικές προσδοκίες και στις εμπειρίες της περιόδου 2022.

Η μάχη για τη διατήρηση της αξιοπιστίας

Από τη μία πλευρά, τόσο η «σκληρή» Ιζαμπέλ Σνάμπελ όσο και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εκτιμούν ότι η ενεργειακή κρίση δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Θεωρούν πως η ΕΚΤ οφείλει να προστατεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών στη δέσμευσή της για πληθωρισμό 2%.

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει ήδη φθάσει στο 3,2%, ενώ οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε περαιτέρω επιτάχυνση τους επόμενους μήνες. Ακόμη και εξαιρώντας τις τιμές ενέργειας και τροφίμων, οι υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις έχουν ενισχυθεί σημαντικά.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις σχεδιάζουν νέες αυξήσεις τιμών, ενώ και τα νοικοκυριά αναθεωρούν ανοδικά τις προσδοκίες τους για τον μελλοντικό πληθωρισμό.

Η Σνάμπελ προειδοποίησε πρόσφατα ότι αυξάνεται ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών.

Οι φωνές υπέρ της αναμονής

Δεν συμμερίζονται όλοι αυτή την ανησυχία. Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η άνοδος του δομικού πληθωρισμού δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ενέργεια, ενώ δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς ενδείξεις ότι οι μισθολογικές πιέσεις ενισχύονται σε ανησυχητικό βαθμό.

Η Μικάλα Μάρκουσεν της Societe Generale προειδοποιεί ότι μια αύξηση επιτοκίων πριν υπάρξουν ξεκάθαρα στοιχεία για δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις ενέχει σημαντικό κίνδυνο υπερβολικής σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής.

Η συζήτηση θυμίζει επίσης το 2008, όταν η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια τον Ιούλιο, μόνο για να αναγκαστεί να τα μειώσει λίγους μήνες αργότερα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Η διαφορά με τη Fed

Η τρέχουσα συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η ΕΚΤ εμφανίζεται σήμερα ως η πιο επιθετική κεντρική τράπεζα μεταξύ των χωρών της G7 στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ακολουθεί πιο επιφυλακτική στρατηγική, επιλέγοντας να αξιολογήσει πρώτα τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή πριν προχωρήσει σε νέες κινήσεις.

Ωστόσο, αρκετοί υπενθυμίζουν ότι η εμπειρία του 2021-2022 έδειξε και τους κινδύνους της υπερβολικής αναμονής. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε ενεργειακό σοκ που εκτόξευσε τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης στο ιστορικό 10,6%, με πολλούς να κατηγορούν τότε την ΕΚΤ ότι αντέδρασε πολύ αργά.

Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Πέτερ Πρατ, εκτιμά ότι κάποια στιγμή μια κεντρική τράπεζα πρέπει να δείξει έμπρακτα την πρόθεσή της να δράσει.

«Ασφαλιστική» αύξηση ή προειδοποιητική βολή;

Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Φινλανδίας, Όλι Ρεν, έχει χαρακτηρίσει την πιθανή αύξηση αυτής της εβδομάδας ως μια «ασφαλιστική» κίνηση.

Ο Πέτερ Πρατ, ωστόσο, τη βλέπει περισσότερο ως μια προειδοποιητική βολή που αποσκοπεί στο να καταστήσει σαφές ότι η ΕΚΤ παραμένει αποφασισμένη να προστατεύσει τη σταθερότητα των τιμών.

Παράλληλα, τονίζει ότι είναι κρίσιμο να μη δοθεί η εντύπωση πως πρόκειται για την πρώτη από μια ακολουθία διαδοχικών αυξήσεων.

Επιβράδυνση της οικονομίας και πιθανές μειώσεις το 2027

Το οικονομικό περιβάλλον παραμένει εύθραυστο. Η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη επιβραδύνεται, με τη Γαλλία να εμφανίζει ιδιαίτερα αδύναμες επιδόσεις, ενώ η επιχειρηματική δραστηριότητα υποχωρεί με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2024.

Η οικονομία της Ευρωζώνης συρρικνώθηκε στις αρχές του έτους, μετά την αναθεώρηση των στοιχείων που αποκάλυψε πρωτοφανή πτώση στην Ιρλανδία. Ακόμη και εξαιρώντας την Ιρλανδία, η ανάπτυξη εκτιμάται μόλις στο 0,2%-0,3%.

Η Κάθριν Νάις της PGIM εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει την ευελιξία να μειώσει τα επιτόκια εάν η οικονομική κατάσταση επιδεινωθεί ουσιαστικά τους επόμενους μήνες, χωρίς αυτό να πλήξει την αξιοπιστία της.

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι, όπως και οι αγορές, προβλέπουν δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης μέσα στο 2026. Παράλληλα, θεωρούν πιθανή τουλάχιστον μία μείωση επιτοκίων στα μέσα του 2027.

Ο Γενς Άιζενσμιντ της Morgan Stanley εκτιμά ότι οι αυξήσεις που ενδέχεται να πραγματοποιηθούν φέτος θα μπορούσαν να αντιστραφούν πλήρως την επόμενη χρονιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αρχική απόφαση θα ήταν λανθασμένη.

Οι επικριτές βλέπουν περιττό βάρος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Δεν συμφωνούν όλοι με αυτή τη λογική. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, Χόλγκερ Σμίντινγκ, θεωρεί ότι μια νέα αύξηση επιτοκίων θα επιβαρύνει αδικαιολόγητα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Κατά την άποψή του, οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πιθανό να υποχωρήσουν από μόνες τους εξαιτίας της αδύναμης ζήτησης και της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Όπως υποστηρίζει, δεν υπάρχει λόγος για αύξηση επιτοκίων εν μέσω της πίεσης που ήδη δέχονται οι καταναλωτές, καθώς η προσωρινή άνοδος των τιμών δύσκολα θα μετατραπεί σε ένα μόνιμο πληθωριστικό πρόβλημα που απαιτεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική.

Πηγή: Newmoney.gr

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία