Το γεγονός εξηγεί τόσο τις τρέχουσες υψηλές τιμές όσο και τις προβλέψεις για ακόμα υψηλότερες στις διεθνείς αγορές.
Η παραγωγή καλαμποκιού και του σιταριού αναμένονται ισχυρά ελλειμματικές, ενώ αντίθετα στο ρύζι προβλέπεται πως θα υπάρχει ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.
Αναλυτικότερα, η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών για το 2012/13 προβλέπεται, σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών, να μειωθεί περαιτέρω κατά 9 εκατ. τόνους το μήνα Οκτώβριο σε 1.767 εκατ. τόνους, κυρίως λόγω των προς τα κάτω αναθεωρήσεων για το ρωσικό και αυστραλέζικο σιτάρι, μαζί με το σιτάρι και το καλαμπόκι των χωρών της Ε.Ε. Έτσι αναμένεται συνολική πτώση κατά 4% σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.
ΣΙΤΑΡΙ
Η παγκόσμια παραγωγή σιταριού αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω κατά 5 εκατ. τόνους, στους 657 εκατ. τόνους, σημειώνοντας πτώση 6% σε σύγκριση με την περσινή χρονιά. Η κατανάλωση παραμένει υψηλή και υπολογίζεται στους 679 εκατ. τόνους, προκαλώντας ένα έλλειμμα 22 εκατ. τόνων, περιορίζοντας τα παγκόσμια αποθέματα στους 175 εκατ. τόνους. Το παγκόσμιο εμπόριο του σιταριού για ζωοτροφή υπολογίζεται λίγο χαμηλότερα αυτό το μήνα, στους 132 εκατ. τόνους, χαμηλότερα κατά 13 εκατ. σε σύγκριση με την περασμένη χρονιά.
ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ
Όσον αφορά την παγκόσμια παραγωγή καλαμποκιού, υπολογίζεται στους 833 εκατ. τόνους, με την κατανάλωση να παραμένει υψηλή, στους 849 εκατ. τόνους. Το έλλειμμα αυτό των 17 εκατ. τόνων αναμένεται να προκαλέσει μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων στους 118 εκατ. τόνους, στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών. Πρόσφατα σημειώθηκαν πιέσεις στις τιμές του καλαμποκιού στη διεθνή αγορά, οι οποίες αποδίδονται κυρίως στην εποχιακή αύξηση της προσφοράς του προϊόντος. Ωστόσο διατηρείται η στενότητα στη διεθνή αγορά αφού τα παγκόσμια αποθέματα εκτιμάται πως θα μειωθούν κατά 12%.
ΡΥΖΙ
Η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού υπολογίζεται να φτάσει στα επίπεδα ρεκόρ των 466 εκατ. τόνων, ωστόσο ισόποση αναμένεται η παγκόσμια κατανάλωση. Πιο συγκεκριμένα η παγκόσμια κατανάλωση ρυζιού αναμένεται να αυξηθεί στα επίπεδα ρεκόρ των 465 εκατ. τόνων, κυρίως εξαιτίας της αύξησης της ζήτησης στις ασιατικές χώρες. Έτσι τα παγκόσμια αποθέματα θα διατηρηθούν στους 103 εκατ. τόνους για δεύτερη συνεχή χρονιά.