BACK TO
TOP
Συνεντεύξεις

Τα ποιοτικά βαμβάκια είναι τα μόνα που εγγυώνται το μέλλον στους παραγωγούς

«Το µόνο πράγµα που µπορούµε να ελέγξουµε στην αλυσίδα του βάµβακος είναι η ποιότητα του προϊόντος, έτσι ώστε να έχει ζήτηση, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη µέγιστη δυνατή τιµή. Όµως η ποιότητα που παραδίδουµε πλέον, δεν είναι αυτή που έπρεπε να είναι. Και σε αυτό έχουν ευθύνες και οι δύο πλευρές. Και οι παραγωγοί και οι εκκοκκιστές. Οι εκκοκκιστές λόγω της ανταγωνιστικότητας που υπάρχει µεταξύ των εκκοκκιστηρίων, ποιος θα πάρει τα περισσότερα βαµβάκια, κλείνουν τα µάτια πολλές φορές στο τι παραλαµβάνουν. Από την άλλη µεριά, οι παραγωγοί επειδή βλέπουν αυτή την κατάσταση, ότι δηλαδή ό,τι και να φτιάξουν θα το παραδώσουν, βγάζουν ένα βαµβάκι το οποίο ευτυχώς που τελικά καταφέρνει να προωθείται» σηµειώνει ο Θωµάς Καφαντάρης, ένας άνθρωπος µε µακρά θητεία στο χώρο του βάµβακος ως πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Εκκοκκιστών αλλά και διευθύνων σύµβουλος στην εκκοκκιστική βιοµηχανία της Καρδίτσας Καφαντάρης - Παπακώστας Α.Β.Ε.Ε.

kafantaris

Γιάννης Πανάγος

113
0

συνέντευξη στον Γιάννη Πανάγο

Να ξεκινήσουµε µε την ιστορία και να µας πείτε πώς η οικογένειά σας βρέθηκε σε αυτό το προϊόν και πώς εσείς στη συνέχεια ακολουθήσατε τα ίδια βήµατα.

Ελπίζω να έχω προσφέρει κάτι µικρό στην ανάπτυξη της καλλιέργειας, η οποία πράγµατι άρχισε από το µηδέν κάποια στιγµή. Μετά τον πόλεµο στην περιοχή µας, τη Θεσσαλία και ειδικότερα στην Καρδίτσα, καλλιεργούνταν κυρίως σιτάρι, και µάλιστα το µαλακό. Η βαµβακοκαλλιέργεια άρχισε, αν θυµάµαι καλά, στη δεκαετία του 1960 ή τέλος του 1950. Και τότε, εφόσον η οικογένειά µου ήταν ήδη στην εµπορία γεωργικών προϊόντων, ήταν φυσικό να ασχοληθούµε και µε το βαµβάκι. Θυµάµαι χαρακτηριστικά ότι µας είχε επιλέξει η Πειραϊκή - Πατραϊκή, ως αντιπρόσωπό τους, να αγοράζουµε δηλαδή βαµβάκι για λογαριασµό της, να το εκκοκκίζουµε και να παίρνει τα προϊόντα.

Δείτε εδώ ολόκληρη τη συνέντευξη:




Έτσι λοιπόν η οικογένεια επένδυσε στο ελπιδοφόρο εκείνη την εποχή βαµβάκι.

Θυµάµαι ότι είχαµε συνεργαστεί µε έναν  Έλληνα οµογενή από την Αίγυπτο, επειδή ακριβώς ήξερε το προϊόν.  Ήρθε στην Καρδίτσα, έµενε µαζί µας και µας µάθαινε τι είναι το βαµβάκι, ήταν ένα προϊόν άγνωστο για µας. 


Σε πρώτη φάση κάνατε παραγωγή φασόν; ∆εν είχατε καν δικό σας εκκοκκιστήριο;

Τότε κάποιοι φωτισµένοι άνθρωποι, συνδικαλιστές, φτιάξανε ένα εκκοκκιστήριο της Ενώσεως Καρδίτσας, το οποίο κατά 80% απασχολούνταν µε τη δική µας δραστηριότητα και είχε και η Ένωση Καρδίτσας ένα µικρό ποσοστό.

Αγοράζατε εσείς το βαµβάκι από τους παραγωγούς, το πηγαίνατε στο εκκοκκιστήριο της Ένωσης, το εκκόκκιζε για λογαριασµό σας και εσείς µετά δίνατε την µπάλα στην Πειραϊκή-Πατραϊκή.

Στην Πειραϊκή-Πατραϊκή στην αρχή, αλλά µετά έγιναν κι άλλα εκκοκκιστήρια, όπως το Αιγαίο, ο Λαναράς, οπότε διαθέταµε το προϊόν εµπορικά πλέον όπου υπήρχε το ενδιαφέρον. ∆ικό µας εκκοκκιστήριο φτιάξαµε το 1977.

Τι θυµάστε από εκείνα τα πρώτα χρόνια µέχρι τη δική σας µονάδα;

Θυµάµαι καταρχήν την κατάσταση που επικρατούσε στα χωριά. Ήταν φτωχά όλα, τα σπίτια µας, δρόµοι δεν υπήρχαν. Ο κάµπος  είχε πάρα πολλή λάσπη και θυµάµαι ότι, για να πηγαίνουµε στα χωριά µε τον πατέρα µου, είχαµε πάρει ένα τζιπ του στρατού. Ήταν το µόνο όχηµα που µπορούσε να «περπατήσει» εκτός από τα κάρα, που τραβούσανε τα ζώα. Πηγαίναµε και βρίσκαµε τους παραγωγούς ή αντιπροσώπους των παραγωγών, για να συζητήσουµε πώς θα γίνει η αγορά. Θυµάµαι επίσης ότι το βαµβάκι το µάζευαν µε το χέρι. Το βάζανε σε µεγάλες «µπούρντες» όπως τις λέγαµε, σε µεγάλα σακιά. Τα φορτώνανε ακόµα και στα κάρα και τα φέρνανε εκεί που ήταν η συγκέντρωση ή σε περιοχές που ήταν µακρύτερα, τα βάζανε στο τρένο και έρχονταν στο σταθµό της Καρδίτσας και από εκεί υπήρχε ανταπόκριση για το εκκοκκιστήριο. Μια κατάσταση που οι νεότεροι δεν µπορούν να φανταστούν.


Εσείς, ωστόσο, στα νιάτα σας επιλέξατε έναν λίγο διαφορετικό δρόµο.

Ο πατέρας µου επειδή δούλευε από πολύ µικρός και είχε ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή του, δεν ήθελε να µείνω στη δουλειά αυτή. Εγώ έδωσα εξετάσεις στο Πολυτεχνείο το 1961, πέρασα στη σχολή Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων, τελείωσα το 1966, έκανα το στρατιωτικό µου και προσλήφθηκα σε µια ναυτιλιακή εταιρεία και ασχολήθηκα µε τα βαπόρια από την τεχνική πλευρά. Έµεινα τέσσερα χρόνια στην Ιαπωνία παρακολουθώντας την κατασκευή πλοίων της εταιρείας ως επιθεωρητής και γυρίζοντας ασχολήθηκα για την καλή λειτουργία του στόλου µε επισκευές, µε νέες παραγγελίες. Ταξίδεψα σε όλο τον κόσµο. Έφτασα να είµαι Γενικός Τεχνικός ∆ιευθυντής µέχρι που -ο πατέρας µου έχει πεθάνει εν τω µεταξύ- ο αδερφός του µε τον οποίο είχαν την εταιρεία µου είπε «τώρα εγώ µεγάλωσα, τι θα κάνεις;» και αποφάσισα να γυρίσω στις ρίζες µου.

Μετά από πόσα χρόνια εποµένως;

Μετά από περίπου 20 χρόνια και βέβαια υπήρξε και µία συγκυρία, διότι η ναυτιλιακή, µε τις πετρελαϊκές κρίσεις που υπήρχαν τότε και επειδή είχε περισσότερο πετρελαιοφόρα πλοία, αντιµετώπιζε θέµατα και µάλιστα σιγά σιγά έσβησε. Έτσι µετακινήθηκα σε µία άλλη δραστηριότητα, µε την οποία είχα κάποια επαφή. Είχαµε φτιάξει και το εργοστάσιό µας, ασχολήθηκα και µε αυτά, οπότε  νοερά ήµουνα πάντοτε στον κάµπο, στο βαµβάκι, στα γεωργικά προϊόντα.


Το δικό σας εκκοκκιστήριο έγινε το 1977 και ουσιαστικά βρήκατε µια πιο οργανωµένη πλέον κατάσταση στον τόπο σας.

Το εργοστάσιο άρχισε ως ένα µέγεθος µικρό. Από τότε µέχρι και τις αρχές του 2000 κάναµε πολύ µεγάλες επενδύσεις. Υπάρχει πια ένα µεγάλο συγκρότηµα 30.000 τ.µ., µε αποθήκες και χώρους διακίνησης, θεωρώντας ότι έχουµε υποχρέωση το προϊόν να το προστατεύσουµε. Γιατί το βαµβάκι είναι ένα ευαίσθητο προϊόν που επηρεάζεται από τις καιρικές συνθήκες, από τις βροχές, από τον ήλιο και από την υγρασία πάρα πολύ. Αν αγοράσεις βαµβάκι µε υγρασία, αγοράζεις νερό, το οποίο µετά το πετάς. Αλλά και αν η υγρασία µείνει πολύ καιρό, αλλοιώνει την ποιότητα. 

Μιλήστε µας τώρα για το βαµβάκι. Πώς το είδατε εσείς από τη θέση του βιοµήχανου, του επιχειρηµατία, του εκκοκκιστή, ως προϊόν;

Το βαµβάκι αντικειµενικά είναι ένα πολύτιµο προϊόν. Είναι µια φυσική ίνα η οποία έχει πάρα πολλές εφαρµογές για τον άνθρωπο. Όλα αυτά που φοράµε τώρα είναι βαµβακερά. Καλλιεργείται σε όλο τον κόσµο, δεν πρόκειται να εξαφανιστεί.

Με δεδοµένο λοιπόν ότι το βαµβάκι καλλιεργείται σε χώρες που έχουν τη δυνατότητα να το παράγουν φτηνότερα και να φτάνουν µε µια σχετική άνεση στη δική µας ποιότητα, λέω συχνά µήπως το οικόπεδό µας, εδώ στην Ελλαδίτσα µας, είναι πολύ ακριβό για να καλλιεργεί βαµβάκι;

∆ε νοµίζω. Τα εφόδια, π.χ., είναι λίγο πολύ τα ίδια σε όλο τον κόσµο. Η Αµερική όµως, η οποία έχει πολύ µεγάλη παραγωγή, είναι σαφώς ακριβότερη από εµάς. Η ζωή είναι ακριβότερη, τα µεροκάµατα είναι ακριβότερα και τα προϊόντα, ό,τι και να κάνεις. Παρόλα αυτά είναι ανταγωνιστικοί. Γιατί είναι ανταγωνιστικοί; Καταρχήν έχουν και αυτοί επιδοτήσεις όπως κι εµείς. ∆εύτερον έχουν πολύ µεγάλες εκτάσεις. Έχουν οικονοµίες όγκου, κλίµακας. Τρίτον έχουν έρευνα, την οποία εφαρµόζουν στην καλλιέργεια και τα λοιπά. Η οποία όµως έρευνα είναι διαθέσιµη και σε εµάς. Σε όλο τον κόσµο. Εµείς όµως δεν την εκµεταλλευόµαστε όπως πρέπει. Εκεί στην Αµερική, τα πανεπιστήµια των περιοχών που κάνουν βαµβάκι ασχολούνται µε αυτό. ∆ηλαδή πριν να αρχίσει η καλλιέργεια, βγαίνει το πανεπιστήµιο µε τους ανθρώπους του τµήµατος που αντιστοιχεί στο βαµβάκι και λέει ότι προσέξτε αυτό το α, το β, το γ, το δ. Κάνει τις µετρήσεις, την έρευνά του. Αυτά εδώ δεν γίνονται. 

∆ιαβάζουµε κάθε τόσο τις εκθέσεις του USDA που είναι πάρα πολύ σηµαντικές.

Κάθε εβδοµάδα το USDA βγάζει ανακοίνωση τι πωλήσεις έχουν γίνει. ∆εν λέει ποιος τα αγόρασε ή ποιος τα πούλησε. Λέει όµως ότι φύγανε από τη χώρα και φορτώθηκαν τόσα. Αυτό βοηθάει τους συντελεστές της αγοράς. Εµείς εδώ µαθαίνουµε πόσα στρέµµατα µπήκανε µετά από 6-7 µήνες ή όταν τελειώσει η χρονιά. Τώρα το πόσο βαµβάκι βγήκε, πόσο πουλήθηκε, πόσο έφυγε, γίνεται γνωστό µε µια τεράστια καθυστέρηση, η οποία δεν βοηθάει το εµπόριο να ξέρει τι γίνεται. Πώς θα αντιµετωπίσεις τον αγοραστή; Αν δεν ξέρουµε ότι έχει µείνει λίγο για να το εκµεταλλευτούµε.

Και θα έλεγα ότι έχουµε πάει και λίγο πιο πίσω από εκεί που ήµασταν, γιατί παλιά υπήρχε ένας Οργανισµός Βάµβακος που έκανε µια πιο συστηµατική δουλειά.

Ο Οργανισµός δηµιουργήθηκε το 1936. Ήταν πάρα πολύ σοφή η απόφαση και το οργανόγραµµά του ήταν σε όλα τα στάδια, από την καλλιέργεια µέχρι και το εµπόριο. Όµως, δυστυχώς, όταν βγήκαν οι επιδοτήσεις, ανατέθηκε η διαχείριση των επιδοτήσεων στον Οργανισµό και σταµάτησαν οι δραστηριότητες που είχε. Εποµένως όλη αυτή η γνώση που υπήρχε, χάθηκε. Όλοι οι γεωπόνοι ασχολούνταν, ας πούµε, στα εκκοκκιστήρια, να κοιτάνε τι µπήκε, τι βγήκε, αλλά χάσαµε την πλευρά της ποιότητας. Παρόλα τα αυτά, τότε ακόµα υπήρχε συνέπεια και έλεγχος κατά κάποιον τρόπο. Το βαµβάκι που έβγαινε από το χωράφι ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. ∆εν µιλάω για ποιότητα ίνας, µιλάω για κατάσταση. Ήταν πιο καθαρό, είχε λιγότερη υγρασία, ήταν πιο προσεγµένο. Τώρα όσο πάµε, γίνεται και χειρότερη η κατάσταση.

Τι µπορεί λοιπόν να περιµένει κανείς από έναν κλάδο και µια καλλιέργεια όπως το βαµβάκι;

Είναι δεδοµένο ότι όποιο προϊόν και να έχεις, για να το προωθήσεις, πρέπει να έχει καλή ποιότητα. Γενικώς η ποιότητα που έχουµε και παραδίδουµε πλέον, δεν είναι αυτή που έπρεπε να είναι. Και σε αυτό έχουν ευθύνες και οι δύο πλευρές. Και οι παραγωγοί και οι εκκοκκιστές. Οι εκκοκκιστές επειδή λόγω της ανταγωνιστικότητας που υπάρχει µεταξύ των εκκοκκιστηρίων, ποιος θα πάρει τα περισσότερα βαµβάκια, κλείνουν τα µάτια πολλές φορές στο τι παραλαµβάνουν. Από την άλλη µεριά, οι παραγωγοί επειδή βλέπουν αυτή την κατάσταση, ότι δηλαδή ό,τι και να φτιάξουν θα το παραδώσουν, βγάζουν ένα βαµβάκι το οποίο ευτυχώς που τελικά προωθείται στην αγορά.

Ακούω χρόνια τον φίλο µου τον Μωχάµεντ Νταράουσε, να παραπονιέται ότι το τελικό προϊόν που βγάζουν τα εκκοκκιστήρια µε βάση την πρώτη ύλη δεν είναι αυτό που θα έπρεπε.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του βαµβακιού είναι καταρχήν το χρώµα του εκκοκκισµένου, εν συνεχεία το µήκος της ίνας, πόσα σκουπίδια έχει, άλλα χαρακτηριστικά, το micronaire κ.λπ. Το χρώµα όµως είναι το πρώτο το οποίο κοιτάει ο αγοραστής.

Και αυτό έχει να κάνει µε την υγρασία;

Αυτό έχει να κάνει µε την υγρασία, αλλά και πόσο γρήγορα και άµεσα εκκοκκίζεται από την ώρα που θα βραχεί. Αν βρέξει όταν ανοίγει το βαµβάκι, παίρνει υγρασία. Αν εκκοκκιστεί αµέσως, η υγρασία έχει µικρή επίδραση στο χρώµα. Αν όµως περάσει ο χρόνος, θα το µεταβάλλει πολύ. ∆υστυχώς, το λευκό του βαµβακιού, είναι µόνο το 20% ή 25% της ποσότητας εκκοκκισµένου που κάνουµε. Για το λόγο ότι και το βαµβάκι το οποίο παραλαµβάνουµε δεν είναι όπως πρέπει από απόψεως καθαρότητας και υγρασίας, αλλά και τα εκκοκκιστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να το εκκοκκίσουν άµεσα, και αυτό έχει ως συνέπεια να υποβαθµίζεται η ποιότητα. Όλα έχουν µια αξία. Και το πολύ καλό και το µη καλό και το χειρότερο. Αλλά το θέµα είναι ότι το πολύ καλό έχει 100, το χειρότερο έχει 50.

∆εν πετυχαίνουµε την υπεραξία και δεν µπορούµε να επιστρέψουµε και κάτι παραπάνω στους παραγωγούς, ώστε τα πράγµατα να είναι πιο ισορροπηµένα.

Και υπάρχει ακόµα καχυποψία µεταξύ παραγωγών και εκκοκκιστών. ∆εν υπάρχει συνεργασία.

Έχετε θητεύσει για πάνω από 12-13 χρόνια ως πρόεδρος των εκκοκκιστών. Είχατε κάνει τότε µεγάλο αγώνα, θυµάµαι. ∆εν καταφέρατε πάντως να βρείτε µια καλύτερη επαφή. Τώρα αυτά τα χρόνια µε τις συµβολαιακές που κάνετε, µε την πιο στενή σχέση µε τους παραγωγούς, δεν έχει βελτιωθεί αυτό;

Έχει βελτιωθεί αλλά όχι σηµαντικά. Τότε επί Οργανισµού Βάµβακος, σπάνια ερχόταν ένας παραγωγός να ζητήσει προκαταβολή και όταν αυτό γινόταν, ήταν κατά τον Σεπτέµβριο, λίγο πριν αρχίσει η συγκοµιδή. Τώρα αυτή η βοήθεια αρχίζει να ζητιέται αµέσως µετά την παράδοση. Καταλαβαίνετε ποια είναι η οικονοµική κατάσταση. Οι επιδοτήσεις έχουν µειωθεί πολύ. Οι τιµές πολλές φορές του βαµβακιού είναι πολύ χαµηλά. Η ποιότητα δεν είναι καλή. Ο συνδυασµός αυτός δηµιουργεί µια κατάσταση η οποία δεν είναι καλή. Τότε µάλιστα µε το Υπουργείο, µπορώ να το πω και δηµόσια το παράπονο αυτό, ήταν ότι ό,τι προτάσεις κάναµε εθεωρείτο ότι είχαν ιδιοτέλεια του κλάδου. Οπότε δεν θυµάµαι καµία να έχει γίνει δεκτή.

Φτάνοντας στο σήµερα, ποια βλέπετε να είναι η εξέλιξη της αγοράς και φέτος που δείχνει πλέον κάπως να βελτιώνεται η τιµή του βαµβάκιου διεθνώς.

Αυτό είναι φυσιολογικό. Υπάρχει πάντα ένας κύκλος. Tο θέµα είναι πόσο κρατάει. Ήδη έχουµε τρία χρονιά δυσκολίες και µία επιπλέον δυσκολία τις δύο µεγάλες πληµµύρες που έγιναν στη Θεσσαλία. Το 2021 µε τον Ιανό και το 2023 µε τον Daniel.

Οι εκκοκκιστές είχατε µια µεγάλη ζηµιά τη χρονιά που έγιναν οι πληµµύρες το 2023.

Με τις πληµµύρες, η ζηµιά ήταν ότι ποσοτικά το βαµβάκι δεν ήταν αρκετό. Η ποιότητα ήταν χαµηλή. Και η αγορά άρχισε να πέφτει. Όταν αγοράζεις το βαµβάκι από έναν παραγωγό για 100 ευρώ ας πούµε, δεν µπορείς να το πουλήσεις εκείνη τη στιγµή. Παίρνεις 20 τόνους, 30, 100, 200. Θα βγάλεις 20 τόνους εκκοκκισµένο, 30, 100. ∆εν µπορείς να το πουλήσεις. Θα το πουλήσεις µετά από µια βδοµάδα, δέκα µέρες, είκοσι, ένα µήνα. Όταν η αγορά είναι πτωτική, αυτό σηµαίνει χασούρα. Ένα άλλο σηµαντικό το οποίο συµβαίνει είναι ότι εµείς αγοράζουµε σε ευρώ και πουλάµε σε δολάρια. Όταν λοιπόν το δολάριο, πριν από δύο χρόνια, ήταν στο 1,07, 1,067 και τώρα είναι στο 1,17 αυτό αυτοµάτως σηµαίνει ότι η αξία σε ευρώ του σύσπορου βαµβακιού είναι χαµηλότερη. Χρειαζόµαστε ισχυρό το ευρώ στο βαµβάκι.

Άνοιξε ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο µε τις προπωλήσεις του σύσπορου, εγώ θα ήθελα να φωτίσουµε αυτή την πλευρά. Είναι λίγα χρόνια τώρα που ξεκίνησε να γίνεται αυτό.

Έγινε αλλά δεν πέτυχε. Υπάρχει ένα σοβαρό θέµα, το οποίο αντιµετωπίσαµε πριν από χρόνια. Eίχαν γίνει προπωλήσεις και συµβόλαια, µε µια συγκεκριµένη τιµή. Όταν γίνεται µια προπώληση, εµείς έχουµε τη δυνατότητα να πουλήσουµε το προϊόν. ∆ηλαδή λέµε ότι θα αγοράσουµε 10.000 τόνους σύσπορο, από το οποίο θα παράγουµε, π.χ., 3.500 τόνους εκκοκκισµένο, το οποίο πουλάµε. Όταν κάνουµε συµβόλαιο µε τον παραγωγό, ξέρουµε την τιµή που θα µπορούµε να το διαθέσουµε και το πουλάµε µε παράδοση τον Οκτώβριο, τον Νοέµβριο κ.ο.κ. Εκείνο που συνέβη ήταν ότι όταν ήρθε η ώρα της συγκοµιδής, είχαν αλλάξει οι τιµές προς τα επάνω και πολλοί παραγωγοί δεν παρέδωσαν τις ποσότητες που είχαµε συµφωνήσει.

Εσείς είχατε πουλήσει εν τω µεταξύ, λογαριάζοντας αυτές τις ποσότητες, και εκεί δηµιουργήθηκε πάλι µια δυσαρµονία.

Υπήρχε ένα τεράστιο κενό. Και για να µειωθεί η τεράστια ζηµιά που έχει δηµιουργηθεί, αναγκαστήκαµε -κάποιος από εµάς το άρχισε και ακολουθήσαµε κι εµείς- να αυξήσουµε την τιµή του συµβολαίου. Αντί να χάσουµε, π.χ., 20, να χάσουµε 10 και δώσαµε µια τιµή παραπάνω στον παραγωγό. Αλλά από τότε είµαστε πολύ επιφυλακτικοί στο να κάνουµε συµβόλαια.

Εποµένως, όταν οι χρονιές είναι δύσκολες, οι παραγωγοί θέλουν να φέρνουν το προϊόν, όταν όµως οι χρονιές είναι καλές, τότε ψάχνουν την καλύτερη δυνατή επιλογή και δεν λειτουργεί µε συνέπεια αυτή η αγορά.

∆υστυχώς οι παραγωγοί δεν έχουν την αντίληψη του επιχειρηµατία και του επαγγελµατία, ο οποίος ό,τι συµφωνήσει πρέπει να τα τηρήσει. ∆εν είναι γενικό αυτό, αλλά ορισµένοι δεν έχουν.

Πάντως αισθάνεστε ότι δεν έχει λειτουργήσει όπως θα θέλατε αυτή η αγορά.

Πρέπει η νοοτροπία να προσαρµοστεί µε την επιχειρηµατική νοοτροπία και τότε µπορεί να λειτουργήσει το θέµα. Εµείς πουλάµε για παράδειγµα το βαµβάκι. Μπορεί να αυξηθεί αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να µην το παραδώσουµε. Αλλιώς, θα βγούµε εκτός αγοράς, θα βγούµε στον «µαύρο πίνακα», δεν θα µας πλησιάζει κανένας σοβαρός. Θα υπάρχουν οι µικροί, οι ανεξάρτητοι οι οποίοι θα µπορούν να αγοράσουν, αλλά χρειαζόµαστε τις σοβαρές επιχειρήσεις.

Είµαστε κοντά στα 80 σεντς ανά λίµπρα. Πλησίασε τα 90 αλλά γύρισε πάλι. Ποια είναι η αίσθησή σας γι’ αυτή τη χρονιά; Τι λένε οι επαφές σας και µε την αγορά;

Είναι φυσιολογικό να µείνει στα επίπεδα αυτά µετά τα χαµηλά των προηγούµενων χρόνων. Βέβαια είναι ένα χρηµατιστήριο όπως όλα. Ο καθένας µπορεί να αγοράσει συµβόλαιο βάµβακος χωρίς να έχει σχέση µε το προϊόν επειδή θέλει να κάνει µια επένδυση. Τα συµβόλαια βάµβακος που κυκλοφορούν δεν αντιστοιχούν σε ποσότητα του προϊόντος. ∆εν έχουν αντίκρισµα. Είναι παιχνίδι. Είναι κερδοσκοπία. Αν κάποιος αποφασίσει να αγοράσει πάρα πολλά συµβόλαια επειδή θεωρεί ότι είναι φθηνά και θα ανέβουν, θα δείτε ότι οι τιµές του χρηµατιστηρίου θα ανέβουν. Και ένα άλλο θέµα που υπάρχει είναι ότι το Χρηµατιστήριο Βάµβακος αφορά αποκλειστικά την Αµερική. ∆εν αφορά όλο τον κόσµο. ∆ηλαδή αν η Αµερική δεν έχει παραγωγή, το Χρηµατιστήριο θα καταρρεύσει. Αλλά µπορεί να υπάρχει παραγωγή σε όλο τον κόσµο και να µην υπάρχει στην Αµερική και να αυξηθεί το Χρηµατιστήριο.

Κλείνοντας θα ήθελα να µου πείτε µια πρόβλεψη για το πού θα πάει το ελληνικό βαµβάκι τα επόµενα χρόνια. Αν θα µπορούσε πρώτον να διασωθεί ως καλλιέργεια και δεύτερον πού θα µπορούσε να φτάσει και να εξελιχθεί.

Για να διασωθεί ως καλλιέργεια, θα πρέπει ο παραγωγός τουλάχιστον να µην χάνει. Να έχει ένα εισόδηµα το οποίο θα µπορεί να ζήσει και αυτόν και την οικογένειά του. Το εισόδηµα του παραγωγού εξαρτάται από το Χρηµατιστήριο. Το Χρηµατιστήριο εξαρτάται από αυτούς τους παράγοντες που είπαµε. Άρα δεν υπάρχει δυνατότητα κάποιος να κάνει µια πρόβλεψη για το τι πρόκειται να γίνει. Εκείνο που πρέπει να γίνει οπωσδήποτε είναι ο παραγωγός να έχει υπόψη του ότι τουλάχιστον για να έχει ζήτηση το προϊόν του, πρέπει να έχει την καλύτερη δυνατή ποιότητα. Αυτό είναι το βασικό. Αυτό είναι κάτι που µπορεί να το ελέγξουµε. Αυτά που δεν µπορούµε να τα ελέγξουµε, δεν µπορούµε να τα επηρεάσουµε. Η παραγωγή µας είναι πολύ µικρό ποσοστό της παγκόσµιας και µικρό ποσοστό ακόµα και του παγκόσµιου εµπορίου. Η παραγωγή µπορεί να είναι τεράστια αλλά το εµπόριο είναι πολύ µικρότερο από την παραγωγή. Για να έχουµε λοιπόν δυνατότητα να πουλήσουµε το βαµβάκι µας πρέπει να είναι σωστό. Επαναλαµβάνω ότι όλα τα βαµβάκια πωλούνται. Άρα είναι θέµα τιµής. Εµείς θέλουµε να εξασφαλίσουµε, αν είναι δυνατό, για το 100% του ελληνικού βαµβακιού, τη µέγιστη δυνατή τιµή. Αυτή λοιπόν για να µπορέσουµε εµείς να την εξασφαλίσουµε και να την µεταφέρουµε στον παραγωγό, πρέπει το προϊόν το οποίο θα µας παραδίδει να είναι σωστό, να είναι παραγωγικό, να µας δώσει αποδόσεις οι οποίες θα µας επιτρέπουν να έχουµε ένα χαµηλό κοστολόγιο. Όσο µεγαλύτερη είναι η απόδοση, τόσο χαµηλότερο είναι το κοστολόγιο, τόσο µεγαλύτερη είναι η τιµή που µπορούµε να επιτύχουµε.

Η ευρωπη και  το πρωτοκολλο 4

«Η Ευρώπη στήριξε το βαµβάκι. Είχε συνταχθεί το περίφηµο Πρωτόκολλο 4, το οποίο ήταν προσαρτηµένο στη συνθήκη ένταξής µας και το οποίο επεσήµανε πόσο σηµαντική είναι η βαµβακοκαλλιέργεια για την ελληνική οικονοµία και ανέφερε τα µέτρα στήριξης. ∆υστυχώς αυτό το Πρωτόκολλο έχει φτάσει τώρα να µην έχει την ισχύ που είχε. Οι επιδοτήσεις τότε συµπλήρωναν το εισόδηµα. Ήταν εισοδηµατικές. Λαµβανόταν υπόψη δηλαδή για το ύψος της επιδότησης η αξία του βαµβακιού.  Και λέγανε πρέπει να πάρεις για παράδειγµα 100, το βαµβάκι το πούλησες 60, θα σου συµπληρώσω 40. Τώρα όµως έχει αλλάξει αυτό το πράγµα. Είναι µία επιδότηση στα στρέµµατα, η οποία συνολικά είναι πολύ µικρότερη από ό,τι ήταν στην αρχή της εφαρµογής τους. Και δεν συµβάλλει στην παραγωγικότητα, δηλαδή στην ανάπτυξη της καλλιέργειας, ούτε και στη στήριξη. Τώρα είναι οριακά τα πάντα. Είναι γεγονός ότι οι καλλιεργητές, οι παραγωγοί υποφέρουν σε συνδυασµό µε τον µικρό κλήρο.

WHO IS WHO

Ο Θωµάς Καφαντάρης διετέλεσε πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Εκκοκκιστών και Εξαγωγέων Βάµβακος (ΠΕΕΕΒ) για µακρά περίοδο (1993–2006) και αντιπρόεδρος της ∆ιακλαδικής (Εθνικής) Οργάνωσης Βάµβακος. Παράλληλα, είναι διευθύνων σύµβουλος και βασικός µέτοχος στην εκκοκκιστική βιοµηχανία της Καρδίτσας Καφαντάρης - Παπακώστας Α.Β.Ε.Ε. µε έδρα στο 10ο χλµ. της Ε.Ο. Καρδίτσας - Λάρισας (περιοχή Άγιοι Θεόδωροι).

 

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προϊόντα Τεχνολογία