Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε την χρήση των cookies. Διαβάστε περισσότερα για τα cookies εδώ.
ΑΠΟΔΟΧΗ
BACK TO
TOP
Branding

Το τσίπουρο νέο brand της ηπειρωτικής Ελλάδας;

Αν το ούζο δίνει μαθήματα γαστρονομικής διπλωματίας στο Αιγαίο, αποτελώντας κομμάτι της ταυτότητας της Ελλάδας για τους ξένους, το τσίπουρο θα πρέπει να διδαχθεί από αυτό και να βάλει στόχο να γίνει κομμάτι του ηπειρωτικού κορμού της χώρας. Ένα brand που να αφορά ειδικά την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία.

apostagmaNEW

Μαρίνα Σκοπελίτου

0
0

Μπροστά μας μια γενιά αποσταγματοποιών που πειραματίζονται και δίνουν μία νέα διάσταση στο τσίπουρο, πιστεύοντας πως θα μπορούσε να πλασαριστεί ως «ελληνική βότκα». Φτάνει όμως η ανάπτυξη κάθε ανεξάρτητης επιχείρησης για να δούμε μεγάλα αποτελέσματα; Μάλλον όχι. «Όσο κι αν παλέψει ο καθένας για να κάνει πολύ καλό το προϊόν του, όταν δεν υπάρχει μια ομπρέλα εθνική και τοπική να δίνει κύρος στο προϊόν οι προσπάθειες θα πάνε χαμένες», ανέφερε χαρακτηριστικά ο δημοσιογράφος γεύσης, Γιώργος Πίττας.

Αυτά και πολλά άλλα συζητήθηκαν στο πλαίσιο της έκθεσης «Ελληνικό Απόσταγμα 2019», που διοργάνωσε η εταιρεία Vinetum την Κυριακή 10 Φεβρουαρίου στην Αίγλη Ζαππείου. Οι επισκέπτες της εκδήλωσης μπόρεσαν να δοκιμάσουν τα προϊόντα παραγωγών αποσταγμάτων από όλη την Ελλάδα αλλά και να παρακολουθήσουν  τις ενιδαφέρουσες παράλληλες εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα.

Η προσέλευση του κοινού ήταν ικανοποιητική, σύμφωνα με τους εκθέτες, με τη ροή του κόσμου να παραμένει σταθερή μέχρι και την τελευταία ώρα της εκδήλωσης.  «Είναι η 5η διοργάνωση και βλέπουμε ότι κάθε χρόνο πηγαίνει και όλο καλύτερα. Παρατηρούμε ότι ο κόσμος μετά το «μπαμ» της ανάπτυξης του ελληνικού κρασιού θέλει να μπει στον μαγικό κόσμο των αποσταγμάτων», ανέφερε στο Agronews ο αποσταγματοποιός Κώστας Τσιλιλής και συνέχισε: «Ταυτόχρονα, οι αποσταγματοποιοί δείχνουν ότι εμβαθύνουν και πειραματίζονται με τη δημιουργία νέων ετικετών. Έτσι, αναβαθμίζεται η έκθεση και ενισχύεται το ενδιαφέρον του κοινού που διψά για νέα καταναλωτικά πρότυπα».


Η ανάπτυξη βρίσκεται στην παλαίωση

Ο κ. Τσιλιλής προβλέπει ότι η μεγαλύτερη ανάπτυξη στον κλάδο θα έρθει από το παλαιωμένο τσίπουρο. «Δείχνει ότι θα έχει μια πολύ καλή πορεία και αυτό έχει μια λογική εξήγηση. Όταν το ουίσκι, ένα προϊόν απόσταξης δημητριακών, έχει παγκόσμια απήχηση, μπορεί να συμβεί κάτι αντίστοιχο και για το τσίπουρο, το προϊόν απόσταξης του ευλογημένου καρπού του σταφυλιού. Το ουίσκι χρειάζεται κάποιες τριετίες για να μαλακώσει, ενώ το τσίπουρο πολύ λιγότερο με την πολυπλοκότητα που του χαρίζει το βαρέλι. Μπορεί επομένως να “κοιτάξει κατάματα” ποτά, όπως το ουίσκι και το ρούμι, χτίζοντας τη δική του ταυτότητα», σημείωσε ο ίδιος.


Η νέα παλαιωμένη πρόταση της εταιρείας Τσιλιλή, δίπλα στο «Dark Cave», είναι το «Αγιονέρι», ένα τσίπουρο μικρής παραγωγής που αποστάζεται στην αμπελουργική ζώνη των Μετεώρων και παλαιώνει σε γαλλικά δρύινα βαρέλια. Λαμπερό με απαλές χρυσοκίτρινες ανταύγειες και έντονη μύτη εσπεριδοειδών και βοτάνων με νότες από γλυκά μπαχαρικά, μέλι, δέρμα και καπνό.

Σε όλα σχεδόν τα τραπέζια των εκθετών υπήρχε μια παλαιωμένη επιλογή στο ανάλογο πολυτελές, τις περισσότερες φορές, μπουκάλι. Ένα από τα πιο κλασικά παλαιωμένα τσίπουρα που μπόρεσαν να δοκιμάσουν οι επισκέπτες ήταν το «Απόσταγμα Οίνου Παλαιωθέν» της Οινοποιίας Παρπαρούση από την Πάτρα. Παράγεται από σταφύλια Σιδερίτη που ωριμάζουν αργά το μήνα Νοέμβριο και αλαιώνει για 12 χρόνια σε νέα γαλλικά δρύινα βαρέλια Limousin για να αναδειχθεί ο πολυσύνθετος χαρακτήρας του. Στη μύτη αρώματα από ροδάκινο, βανίλια, καραμέλα και ξύλο και στο στόμα άψογη αρμονία ανάμεσα στα γλυκά και στα μπαχαρικά.


Μιλώντας στο Agronews o Θανάσης Παρπαρούσης, ένας από τους σημαντικότερους οινοποιούς της Ελλάδας, ξεκαθάρισε ότι αυτό στο οποίο θα πρέπει να επικεντρωθούν όλοι οι παραγωγοί αποσταγμάτων είναι η ποιότητα: «Πρέπει να παράγουμε προϊόντα πολύπλοκα και με διάρκεια στο στόμα, που ταυτόχρονα θα είνα αυθεντικά, θα φέρνουν ευχαρίστηση στον καταναλωτή και να διασφαλίζουν την υγεία του».

Άλλη μια εξαιρετική πρόταση ήταν αυτή το «Παλαιωμένο Τσίπουρο Σιγάλας» του ομώνυμου Κτήματος από τη Σαντορίνη. Το συγκεκριμένο τσίπουρο είναι διπλής απόσταξης από στέμφυλα Ασύρτικου και Μαυροτράγανου ενώ έχει παλαιώσει σε βαρέλια Vinsanto για δύο χρόνια. Το στόμα του είναι δυνατό με νότες από λευκά λουλούδια, εσπεριδοειδή, βανίλια, σοκολάτα και ξύλο.

Στο Agronews μίλησε η εμπορική διευθύντρια του Κτήματος, Ιφιγένια Διαμαντίδου: «Έχουμε επενδύσει στο απόσταγμα και πλέον έχουμε το δικό μας αποστακτήριο. Ουσιαστικά, ακολουθούμε τις εξελίξεις. Βλέπουμε ότι το τσίπουρο έχει αρχίσει να έχει κυρίαρχη θέση και στα εστιατόρια αλλά και στα μπαρ. Μπορεί το ούζο να είναι το εθνικό μας ποτό, αλλά βλέπουμε ότι το τσίπουρο έχει μια θέση και στο νεανικό κοινό και στα μπαρ και αυτό είναι σπουδαίο γιατί επιτέλους δίνουμε την αξία που πρέπει στο ελληνικό απόσταγμα».


Τέλος, στις παλαιωμένες ετικέτες τις καλύτερες εντυπώσεις άφησε το «Manifesto Limited Edition» του Αποσταγματοποιείου Αποστολάκη από το Κρόκιο Θεσσαλίας. To Manifesto Limited Edition είναι ένα premium ελληνικό απόσταγμα το οποίο παρασκευάζεται αποκλειστικά και μόνο από στέμφυλα αυστηρώς επιλεγμένα από τις θεσσαλικές ποικιλίες της θεσσαλικής γης. Η πολλαπλή απόσταξη καθώς και η αργή ωρίμανση για 6 χρόνια σε δρύινα βαρέλια έχουν ως αποτέλεσμα αυτό το ιδιαίτερο απόσταγμα να είναι μαλακό και φίνο. Το 2018 κυκλοφόρησαν μόλις 3000 φιάλες, ενώ θα χρειαστούν 2 περίπου χρόνια μέχρι την επόμενη εμφιάλωση.

«Θέλουμε το τσίπουρο να γίνει η ελληνική βότκα»

Πέρα από τις παλαιωμένες, ενδιαφέρουσες και μοντέρνες προτάσεις υπήρχαν επίσης σε τσίπουρο αλλά και λικέρ. Μία από αυτές ήταν η νέα ετικέτα «Angel» της επιχείρησης «Κατσάρος Αποστάγματα» από τον Τύρναβο, το οποίο δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη στην αγορά. Πρόκειται για ένα τσίπουρο τριπλής απόσταξης, μονοποικιλιακό από Μοσχάτο Τυρνάβου.

«Αυτό που εμφιαλώνεται είναι η καρδιά της καρδιάς της καρδιάς. Είναι ένα premium προϊόν. Γενικά πιστεύουμε ότι πρέπει να αναβαθμιστεί όλη η κατηγορία του τσίπουρου. Με αλλά λόγια, θέλουμε να πούμε ότι το τσίπουρο μας μπορεί να γίνει η ελληνική βότκα», τόνισε η σύμβουλος εξαγωγών της εταιρείας, Γεωργία Ντόκου.


 Εξίσου ενδιαφέρουσα πρόταση ήταν το «Botanic Liqueur» της οικογένειας Καρδάση που παράγεται από την εκχύλιση 25 αρωματικών βοτάνων. «Δεν υπάρχει άλλο αντίστοιχο πολυβοτανικό λικέρ στην Ελλάδα», ανέφερε η υπεύθυνη επικοινωνίας, Βιβή Καρδάση, η οποία τόνισε ότι πρόκειται για ένα προϊόν με τονωτικές και χωνευτικές ιδιότητες. Στη μύτη είναι έντονα αρωματικό με νότες εσπεριδοειδών, φασκόμηλου, γαρίφαλου, κανέλλας, νεραντζιού. Ξεκινά με μία γλυκιά έκρηξη των βοτανικών αρωμάτων και για να καταλήξει σε ένα πικρό τελείωμα.

Τέλος, δοκιμάσαμε το βραβευμένο τσίπουρο «Στίγμα» με κρόκο Κοζάνης από τον ΑΟΣ Τυρνάβου, το οποίο κερδίζει τις εντυπώσεις με το έντονο και πικάντικο χαρακτήρα του ενώ κλείνει μέσα του όλα τα ευεργετικά στοιχεία του διάσημου μπαχαρικού.

«Ήρθε η ώρα το τσίπουρο να πάρει τη θέση που του αξίζει»

Όλες αυτή η κινητικότητα στο χώρο δείχνει ότι η ελληνική παραγωγή είναι έτοιμη να δημιουργήσει μια νέα κατάσταση αν φυσικά εκμεταλλευτεί σωστά τις ευκαιρίες που έρχονται. Πολύ ενδιαφέρουσα επί του θέματος ήταν η τοποθέτηση του κ. Πίττα κατά τη διάρκεια της παράλληλης εκδήλωσης «Το ούζο στο προσκήνιο».


«Και το τσίπουρο και το ούζο έχουν την ταυτότητά τους. Ο μεγάλος Μπαμπτζιμόπουλος είχε πει ότι με τη θάλασσα και τον ήλιο θέλουμε το ουζάκι μας και με το κρύο και την υγρασία του χειμώνα το τσίπουρο. Θεωρώ ότι αυτός είναι ίσως η πιο όμορφος διαχωρισμός» ανάφερε ο κ. Πίττας και συνέχισε: «Το ούζο έγινε εθνικό μας ποτό. Αυτό το γαλακτώδες ποτό πλάι στη θάλασσα έγινε η ταυτότητα της Ελλάδας για τους ξένους. Γιατί δεν μιλάμε μόνο γι’ αυτό που μας αρέσει, αλλά πρέπει να βλέπουμε και τι μας δίνει ταυτότητα σε ένα παγκόσμιο επίπεδο γαστρονομίας. Το ούζο είναι η ταυτότητα της Ελλάδας ή μάλλον η ταυτότητα του Αιγαίου. Νομίζω ότι η ήρθε η ώρα το τσίπουρο να γίνει ένα brand που να αφορά όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και ειδικά την Ήπειρο, την Μακεδονία και τη Θεσσαλία.

Σύμφωνα αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας συλλογικής προσπάθειας. «Είναι σημαντικό ο κάθε επαγγελαμτίας να κοιτάζει την προώθηση του προϊόντος του αλλά ταυτόχρονα να χτίζει και την εικόνα της ελληνικής γαστρονομίας. Όσο κι αν παλέψει ο καθένας για να κάνει πολύ καλό το προϊόν του, όταν δεν υπάρχει μια ομπρέλα εθνική και τοπική να δίνει κύρος στο προϊόν, οι προσπάθειες πάνε χαμένες.


»Πριν 2 μήνες είχα μιλήσει με ένα εκπρόσωπο του Mastiha Shop από τη Χίο και μου έλεγε για ένα εξαιρετικό προϊόν που προωθούσαν την αγορά της Αγγλίας. Η τιμή που θα πρότειναν ήταν 6 ευρώ τοκομμάτι. Ο ίδιος μου τόνισε ότι αν το συγκεκριμένο προϊόν έγραφε από «Μade in Italy» θα πουλιόταν για 7,5 ευρώ. Είναι πολύ σημαντικό να χτίσουμε την εικόνα του τόπου μας. Να χτίσουμε το brand name «Χίος», «Αχαΐα», «Λήμνος» αλλά και όλης της Ελλάδας. Όσο κι αν κυνηγάει κανείς τη βελτίωση της δικής του επιχείρησης, αν το ευρύτερο brand είναι υποτιμημένο θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να πετύχει τους στόχους του».

Φωτογραφίες: Γεωργία Καραμαλή

Σχόλια (0)
Προσθήκη σχολίου
ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλιο*
χαρακτήρες απομένουν
* υποχρεωτικά πεδία

News Wire

Πληρωμές Προγράμματα Προιόντα Τεχνολογία